Translation of "flojera" into Greek

αδυναμία, ζαβλάκωμα, ζαβλακωμάρα are the top translations of "flojera" into Greek.

flojera noun feminine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αδυναμία

    ουσιαστικό θηλυκό

    1.έλλειψη σωματικής δύναμης· εξάντληση, ατονία 2. έλλειψη ψυχικής ή πνευματικής δύναμης, ικανότητας ή διάθεσης:

    Me da mucha flojera ir caminando al colegio.

    Αισθάνομαι μεγάλη αδυναμία για να περπατήσω ως το σχολείο.

  • ζαβλάκωμα

    ουσιαστικό ουδέτερο

    1. ψυχοσωματική ή διανοητική κατάπτωση που προέρχεται από κούραση ή ταλαιπωρία 2. η αποχαύνωση, η ατονία και η μειωμένη εγρήγορση που προκαλείται από μία εμπύρετη συνήθως ασθένεια όπως από μία ίωση

    No me sentía decepcionada ni furibunda ni con ganas de discutir, me sentía cansada, una flojera de quien no duerme hace siglos.

    Δεν ένιωθα απογοήτευση ή θυμό ούτε ήθελα να μαλώσω, ένιωθα κουρασμένος, το ζαβλάκωμα αυτού που δεν έχει κοιμηθεί εδώ και αιώνες.

  • ζαβλακωμάρα

    ουσιαστικό θηλυκό

    1. ψυχοσωματική ή διανοητική κατάπτωση που προέρχεται από κούραση ή ταλαιπωρία 2. η αποχαύνωση, η ατονία και η μειωμένη εγρήγορση που προκαλείται από μία εμπύρετη συνήθως ασθένεια όπως από μία ίωση

    Sentía flojera hasta de ir al baño a buscar una aspirina en el armario donde guardaba medicinas, toallas, jabones.

    Ένιωθε μια ζαβλακωμάρα μέχρι που πήγε στο μπάνιο για να βρει μια ασπιρίνη στην ντουλάπα όπου κρατούσε φάρμακα, πετσέτες, σαπούνια.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "flojera" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "flojera"

Phrases similar to "flojera" with translations into Greek

  • βαριέμαι · είμαι βαριεστημένος
  • βαριέμαι · είμαι βαριεστημένος
Add

Translations of "flojera" into Greek in sentences, translation memory