Translation of "fundamental" into Greek
θεμελιώδης, βασικός, θεμελιακός are the top translations of "fundamental" into Greek.
Que involucra hechos o principios básicos.
-
θεμελιώδης
adjective masculineExiste sin embargo una diferencia fundamental entre la evaluación de los riesgos y su gestión.
Υπάρχει, όμως, μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της εκτίμησης των κινδύνων και του χειρισμού τους.
-
βασικός
adjective masculineEsa es la finalidad fundamental del régimen piloto que se expone a continuación.
Αυτός είναι ο βασικός πολιτικός στόχος της ιδέας του πιλοτικού καθεστώτος που αναλύεται παρακάτω.
-
θεμελιακός
επίθετο αρσενικό (-ή -ό)που είναι καθοριστικής σημασίας, που αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο, την αφετηρία για κάτι, θεμελιώδης
La ocupación del Partido Comunista por la teoría, por el marxismo-leninismo, es una cuestión fundamental para su existencia.
Η ενασχόληση του Κομμουνιστικού Κόμματος με τη θεωρία, με το μαρξισμό λενινισμό, είναι θεμελιακό ζήτημα για την ύπαρξή του
-
Less frequent translations
- κύριος
- αποφασιστικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fundamental" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "fundamental" with translations into Greek
-
σύνταγμα
-
θεμελιώδεις ανάγκες
-
Θεμελιώδες θεώρημα αριθμητικής
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
-
Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
-
Θεμελιώδες θεώρημα άλγεβρας
-
χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης