Translation of "garbo" into Greek
γάρμπος, χάρη, αέρας are the top translations of "garbo" into Greek.
garbo
noun
masculine
grammar
-
γάρμπος
noun -
χάρη
ουσιαστικό(για έμψ. και άψ.) ομορφιά και απλότητα στην εξωτερική εμφάνιση ή στις εκδηλώσεις, που προκαλεί ευχαρίστηση
La modelo posó con garbo para los fotógrafos.
Το μοντέλο πόζαρε με χάρη για τους φωτογράφους.
-
αέρας
nounιδιάζουσα θελκτική ιδιότητα στην εμφάνιση, στους τρόπους, στη συμπεριφορά
Pero soy más elegante, lo hago con garbo y finura.
Αλλά είμαι πιο κομψός, το κάνω με αέρα και φινέτσα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "garbo" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add