Translation of "gemelo" into Greek
δίδυμος, δίδυλος, μανικετόκουμπο are the top translations of "gemelo" into Greek.
gemelo
adjective
noun
masculine
grammar
gemelo (músculo) [..]
-
δίδυμος
noun common masculineΤα μονοωγενή ή μονοζυγωτικά. Τα δίδυμα αυτά προήλθαν από τη γονιμοποίηση ενός μόνον ωαρίου. Τα αδελφάκια αυτά είναι τα δίδυμα, που «μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό».
Pero todavía tengo una mamá y un par de hermanos gemelos.
Έχω ακόμα τη μητέρα μου και δύο δίδυμα αδέρφια.
-
δίδυλος
noun -
μανικετόκουμπο
ουσιαστικό ουδέτεροανδρικό διακοσμητικό πρόσθετο κουμπί, για τη μανσέτα του πουκαμίσου
Cuando va de traje suele ponerse gemelos en la camisa.
Όταν φοράει κοστούμι, βάζει συνήθως μανικετόκουμπα στο πουκάμισό του.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "gemelo" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "gemelo"
Phrases similar to "gemelo" with translations into Greek
-
δίδυμος · διόπτρες · κιάλι · κυάλια
-
Δίδυμοι
-
Δίδυμοι πρώτοι αριθμοί
-
αδελφή ψυχή
-
Παράδοξο των διδύμων
-
Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου
Add example
Add