Translation of "imprudente" into Greek
αδιάκριτος, απερίσκεπτος, άκριτος are the top translations of "imprudente" into Greek.
Intimo o amistoso de forma no apropiada. [..]
-
αδιάκριτος
adjective επίθετο masculine1. που έχει ανάρμοστη περιέργεια για τις υποθέσεις άλλων (για άτομα) 2. που χαρακτηρίζεται από αδιακρισία, από έλλειψη διακριτικότητας (~ ερωτήσεις)
No quiero ser imprudente, pero ¿estás embarazada o solo te has engordado?
Δεν θέλω να είμαι αδιάκριτος, αλλά είσαι έγκυος ή απλά έχεις παχύνει;
-
απερίσκεπτος
adjective masculineQuizás sea un caos imprudente, ¡ pero al menos se quién soy!
Μπορεί να είμαι απερίσκεπτος, αλλά τουλάχιστον ξέρω ποιος είμαι!
-
άκριτος
επίθετοπου ενεργεί ή γίνεται χωρίς προηγούμενη σκέψη ή (σωστή) κρίση· ασυλλόγιστος, επιπόλαιος
Una palabra imprudente puede destruir todo el plan.
Μια άκριτη λέξη μπορεί να καταστρέψει ολόκληρο το σχέδιο.
-
Less frequent translations
- αδιάκριτη
- ανόητος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "imprudente" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate