Translation of "inventar" into Greek

επινοώ, εφευρίσκω, σκαρφίζομαι are the top translations of "inventar" into Greek.

inventar verb grammar

Usar el intelecto para planificar o diseñar algo.

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • επινοώ

    ρήμα

    1. δημιουργώ με τη φαντασία μου κτ. και το παρουσιάζω ως αληθινό 2.σκέφτομαι, δημιουργώ με το νου κτ. νέο, που εξυπηρετεί συγκεκριμένο στόχο συνήθ. Εργασιακό 3. εφευρίσκω, ανακαλύπτω

    Yo también solía inventar excusas cuando bebía en la tarde.

    Και εγώ συνήθιζα να επινοώ δικαιολογίες όταν έπινα το απόγευμα.

  • εφευρίσκω

    ρήμα

    1. επινοώ ένα νέο, πρωτότυπο τεχνικό όργανο ή μια νέα μέθοδο παραγωγής, κάνω εφεύρεση 2. έχω πρωτότυπες πρακτικές ιδέες για την αντιμετώπιση καθημερινών προβλημάτων 3. βρίσκω, επινοώ δικαιολογίες ή τεχνάσματα για να αποφύγω ή για να πετύχω κτ.

    Galileo inventó el telescopio y confirmó plenamente la teoría copernicana

    Ο Γαλιλαίος εφηύρε το τηλεσκόπιο και επιβεβαίωσε πλήρως τη θεωρία του Κοπέρνικου.

  • σκαρφίζομαι

    ρήμα

    (οικείο) επινοώ, σκέφτομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σε ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα, επινοώ δικαιολογίες ή τεχνάσματα για να αποφύγω ή για να επιτύχω κάτι

    Manolo creyó que inventé lo del descubrimiento de la cueva.

    Ο Μανωλιός νόμισε ότι σκαρφίστηκα την ανακάλυψη του σπηλαίου.

  • Less frequent translations

    • επανορθώνω
    • αποκαλύπτω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "inventar" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "inventar" with translations into Greek

  • Εφεύρεση · επινόημα · επινόηση · εφεύρεση · εφεύρημα · κατασκευή
  • πλαστός
Add

Translations of "inventar" into Greek in sentences, translation memory