Translation of "lastimero" into Greek

αξιολύπητος, λυπητερός are the top translations of "lastimero" into Greek.

lastimero
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αξιολύπητος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    του οποίου η κατάσταση είναι τόσο άθλια, ώστε προκαλεί τον οίκτο, τη λύπηση ή τη συμπάθειά μας

    Podemos presenciar una relación en qué él se la pasa con sus amigos y ella esperando que le llame, o un matrimonio en qué ella es dominante y agresiva y él servil y lastimero.

    Μπορούμε να είμαστε μάρτυρες σε μια σχέση στην οποία αυτός περνά καλά με τους φίλους του και αυτή τον περιμένει να την καλέσει, ή έναν γάμο στον οποίο αυτή είναι κυρίαρχη και επιθετική και αυτός είναι υποτακτικός και αξιολύπητος.

  • λυπητερός

    επίθετο αρσενικό (-ή ό)

    που προξενεί αισθήματα λύπης, μελαγχολίας

    El gemido de los perros resulta más triste para quien lo escucha que el maullido lastimero de los gatos.

    Το κλαψούρισμα των σκύλων είναι πιο θλιβερό για τον ακροατή από το λυπητερό νιαούρισμα των γάτων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "lastimero" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "lastimero" into Greek in sentences, translation memory