Translation of "malhechor" into Greek

παραβάτης, εγκληματίας, κακοποιός are the top translations of "malhechor" into Greek.

malhechor noun masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • παραβάτης

    noun masculine
  • εγκληματίας

    noun m;f

    ¿Quién es el malhechor?

    Ποιός είναι τώρα ο εγκληματίας;

  • κακοποιός

    ουσιαστικό

    1. (για πρόσ.) που προκαλεί το κακό, που εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς με παράνομη δραστηριότητα 2. (ως ουσ.) ο κακοποιός, άνθρωπος που κάνει εγκληματικές πράξεις

    El -malhechor- joven es, o el hijo de un penado, o un niño abandonado, ya por ser huérfano, ya porque sus padres están separados o entregados al alcoholismo.

    Ο νεαρός κακοποιός είναι είτε γιος κατάδικου είτε εγκαταλελειμμένο παιδί, είτε επειδή είναι ορφανό, είτε επειδή οι γονείς του είναι χωρισμένοι ή παραδομένοι στον αλκοολισμό.

  • κακούργος

    ουσιαστικό

    1. που τον χαρακτηρίζει η πολύ μεγάλη ψυχική σκληρότητα, η βαναυσότητα, η έλλειψη ανθρωπιάς 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου που έχει διαπράξει μια εγκληματική πράξη ή που έχει δείξει πολύ μεγάλη σκληρότητα και κακία

    El guardia rural, comisionado para la captura de un malhechor sale en su busca y al encontrar a un sujeto que se le pareció a dicho malhechor, le da el alto y le dispara.

    Ο αγροτικός φρουρός, που του ανατέθηκε να συλλάβει έναν κακούργο, βγαίνει να τον αναζητήσει και μόλις βρει ένα υποκείμενο που του φάνηκε ότι μοιάζει με τον εν λόγω κακούργο, τον σταματά και τον πυροβολεί.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "malhechor" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "malhechor" into Greek in sentences, translation memory