Translation of "manejar" into Greek
οδηγώ, χειρίζομαι, χρησιμοποιώ are the top translations of "manejar" into Greek.
LLevar (una manada) en una dirección dada. [..]
-
οδηγώ
verbAprendí a manejar cuando tenía quince años.
Έμαθα να οδηγώ, όταν ήμουν δεκαπέντε.
-
χειρίζομαι
verb: 1 χρησιμοποιώ ένα όργανο ρυθμίζοντας τη λειτουργία του με τα χέρια. (για τη γλώσσα ως όργανο έκφρασης), χρησιμοποιώ: 2α. κάνω ενέργειες για να διευθετηθεί, για να τακτοποιηθεί κτ., . 3. (μειωτ.) ασκώ σε κπ. τέτοια επίδραση, με αποτέλεσμα να του αφαιρώ κάθε πρωτοβουλία και κάθε ανεξαρτησία στη σκέψη
Maneja a su marido como quiere
Χειρίζεται το σύζυγό της όπως θέλει
-
χρησιμοποιώ
verbCuando declare la verdad, nadie nos manejará con esto.
Όταν πω επίσημα την αλήθεια, κανείς δεν θα το χρησιμοποιήσει εναντίον μας πια.
-
Less frequent translations
- μεταχειρίζομαι
- λαβή
- καταφέρνω
- κάνω ζάφτι
- πηγαίνω
- σοφάρω
- επιβλέπω
- κατορθώνω
- μετέρχομαι
- πάω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "manejar" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "manejar"
Phrases similar to "manejar" with translations into Greek
-
διαχειρίζομαι
-
έλεγχος · μεταχείριση · συμπεριφορά