Translation of "mano" into Greek
χέρι, χαρτιά, χαρτωσιά are the top translations of "mano" into Greek.
se usa para referirise a alguién [..]
-
χέρι
noun ουσιαστικό neuter ουδέτερο1. το τελικό τμήμα του χεριού, δηλαδή η παλάμη που αποτελείται από τον καρπό, το μετακάρπιο και τα δάχτυλα 2. βοήθεια 3. α. στρώση υλικού σε επιφάνεια β. για ενέργεια που επαναλαμβάνεται 4.Τα φύλλα που μοιράζονται σε έναν παίκτη σε ένα παιχνίδι χαρτιών 5. ~ξύλο, ξυλοδαρμός 6. ζητώ το ~: ζητώ σε γάμο [..]
1. Metiendo la mano en su bolsillo, sacó de él una bolsita llena de plata. 2. Esta tarde voy y te echo una mano con el trabajo. 3. Después de reparado el vagón, se envía al taller de pintura para recibir una mano de pintura exterior, y otra interior. 4. Cómo ganar con la mano inicial en el póker. 5. Una mano de palos al ex ministro socialista Miguel Sebastián por decir en laSexta que la gente tiene que acostumbrarse a nuevos hábitos. 6. Pero con cada pretendiente que ha pedido la mano de Birdy en matrimonio, la chica los despide a todos en un abrir y cerrar de ojos, decepcionando aún más a su padre.
1. Βάζοντας το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε από αυτή ένα σακουλάκι γεμάτο ασήμι. 2. Θα έρθω σήμερα το απόγευμα και θα σου δώσω ένα χέρι με τη δουλειά. 3. Αφού επισκευαστεί το βαγόνι, αποστέλλεται στο βαφείο για ένα χέρι εξωτερικής και εσωτερικής βαφής. 4. Πώς να κερδίσετε με το αρχικό χέρι στο πόκερ. 5. Ένα χέρι ξύλο στον πρώην σοσιαλιστή υπουργό Miguel Sebastián που είπε στο τηλεοπτικό κανάλι laSexta ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνηθίσουν σε νέες συνήθειες. 6. Αλλά με κάθε μνηστήρα που ζητά το χέρι της Birdy, το κορίτσι τους ξαποστέλνει όλους εν ριπή οφθαλμού, απογοητεύοντας περαιτέρω τον πατέρα της.
-
χαρτιά
nounVamos, Ken, se supone que no debes enseñarme tu mano.
Ρε βλάκα δεν πρέπει να μου δείξεις τα χαρτιά σου!
-
χαρτωσιά
noun feminineCariño, me has hecho desperdiciar la mano.
Χρυσή μου, βλέπεις με έκανες να χάσω την χαρτωσιά.
-
Less frequent translations
- χείρα
- δάχτυλο
- μοιρασιά
- Χέρι
- μάτσο
- μοίρασμα
- ταλέντο
- πλευρά
- αίσθηση
- επίχριση
- μερισμός
- επικάλυμμα
- διανομή
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "mano" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "mano"
Phrases similar to "mano" with translations into Greek
-
πηγαίνω χεράκι χεράκι · συμβαδίζω
-
αναγνώριση χειρογράφου
-
μεταχειρισμένος
-
θαυματοποιός · ταχυδακτυλουργός
-
Μίλο Μανάρα
-
δίνω το χέρι · δίνω χειραψία · κάνω χειραψία · σφίγγω το χέρι