Translation of "menester" into Greek

ανάγκη, απασχόληση, εργασία are the top translations of "menester" into Greek.

menester noun masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • ανάγκη

    ουσιαστικό

    1. αυτό που επιβάλλεται από τη φύση των πραγμάτων, οτιδήποτε δεν μπορεί κανείς να αποφύγει 2. η απαραίτητη, χρήσιμη ή επιθυμητή παρουσία προσώπου ή πράγματος 3. έλλειψη, απουσία βασικών πραγμάτων

    También es menester que haya más diálogo entre los miembros y menos declaraciones oficiales.

    Υπάρχει επίσης ανάγκη για περισσότερο διάλογο μεταξύ των μελών και λιγότερες επίσημες δηλώσεις.

  • απασχόληση

    ουσιαστικό

    1.επίσημη ονομασία της μισθωτής εργασίας 2. η ασχολία με κτ

    La abogacía es un menester que, bien ejercido, contribuye a la armonía social.

    Η δικηγορία είναι μια απασχόληση, που αν ασκηθεί σωστά, συμβάλλει στην κοινωνική αρμονία.

  • εργασία

    ουσιαστικό

    κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που ασκείται με στόχο τη δημιουργία ενός χρήσιμου αποτελέσματος

    La aplicación conecta, por un lado, a aquellos clientes que requieren algún trabajo de albañilería, pintura, plomería o carpintería, y por otro, a los expertos en este tipo de menesteres.

    Η εφαρμογή συνδέει, αφενός, εκείνους τους πελάτες που χρειάζονται κάποια εργασία τοιχοποιίας, βαψίματος, υδραυλική ή ξυλουργική, και από την άλλη, ειδικούς σε αυτόν τον τύπο εργασιών.

  • φροντίδα

    ουσιαστικό

    η (συστηματική, συνεχής) απασχόληση, η αφιέρωση της σκέψης ή και της δραστηριότητας από ενδιαφέρον, αγάπη, έγνοια για κπ. ή για κτ

    La limpieza es un menester de todos.

    Η καθαριότητα είναι φροντίδα όλων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "menester" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "menester" with translations into Greek

  • ανάγκη · υποθέσεις · υποχρεώσεις
Add

Translations of "menester" into Greek in sentences, translation memory