Translation of "menoscabo" into Greek
βλάβη, μείωση, ζημία are the top translations of "menoscabo" into Greek.
-
βλάβη
Noun1. μη κανονική λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού 2. κάθε είδους απώλεια, κακό, που υφίσταται κάποιος
Se considera que los asegurados mayores de edad que no tienen una actividad lucrativa son inválidos si el menoscabo de su salud les impide realizar su trabajo habitual.
Τα ασφαλισμένα ενήλικα άτομα που δεν έχουν κερδοφόρα δραστηριότητα θεωρούνται ανάπηρα εάν η βλάβη της υγείας τους τα εμποδίζει να ασκήσουν τη συνήθη εργασία τους.
-
μείωση
ουσιαστικό1. ελάττωση. 2. υποτίμηση, προσβολή κάποιου
Lo más importante es garantizar que la calidad y variedad de los servicios de conferencias no sufran menoscabo.
Το πιο σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ότι η ποιότητα και η ποικιλία των συνεδριακών υπηρεσιών δεν θα υποστούν μείωση.
-
ζημία
ουσιαστικόμερική ή ολική καταστροφή ή απώλεια οικονομικού αγαθού
El gobierno municipal se insistió en que no existía menoscabo para las arcas municipales y que se había llegado ya a un acuerdo con la asociación de pescadores..
Η δημοτική κυβέρνηση επέμεινε ότι δεν υπήρξε ζημία στα δημοτικά ταμεία και ότι είχε ήδη επιτευχθεί συμφωνία με την ένωση των ψαράδων.
-
πλήγμα
ουσιαστικό ουδέτερο1. (κυριολεκτικά) δυνατό και βίαιο χτύπημα 2. (μεταφορικά) συμβάν ή γεγονός με δυσάρεστες ή επώδυνες επιπτώσεις (ψυχικές, ηθικές ή και υλικές)
No vamos a permitir ninguna situación en el trabajo de cualquier persona trabajadora, que suponga un menoscabo de la dignidad, la igualdad y la salud.
Δεν πρόκειται να επιτρέψουμε καμία κατάσταση στην εργασία οποιουδήποτε εργαζομένου, που επιφέρει πλήγμα στην αξιοπρέπεια, την ισότητα και την υγεία.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "menoscabo" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "menoscabo" with translations into Greek
-
βλάφτω · υπονομεύω