Translation of "muermo" into Greek

βαρετός, μουργέλα, βαρεμάρα are the top translations of "muermo" into Greek.

muermo noun masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • βαρετός

    ουσ.

    που προκαλεί πλήξη, ανία ή και ενόχληση

    Ese amigo tuyo es un muermo, no ha abierto la boca en toda la tarde.

    Αυτός ο φίλος σου είναι βαρετός, δεν έχει ανοίξει το στόμα του όλο το απόγευμα.

  • μουργέλα

    (οικ.) βαρεμάρα, τεμπελιά ιδίως προσωρινή· σπαρίλα.

    Los domingos por la noche suelo sumirme en el muermo más absoluto.

    Τις Κυριακές τη νύχτα συνηθίζω να βυθίζομαι στην απόλυτη μουργέλα.

  • βαρεμάρα

    η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βαριέται, η πλήξη, η ανία

    Me entró muermo viendo la película y me salí del cine.

    Με έπιασε βαρεμάρα βλέποντας την ταινία και έφυγα από τον κινηματογράφο.

  • Less frequent translations

    • μάλη
    • βαριεστημάρα
    • σπαρίλα
    • πληκτικός
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "muermo" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "muermo" into Greek in sentences, translation memory