Translation of "mutilar" into Greek
ακρωτηριάζω, πετσοκόβω, σακατεύω are the top translations of "mutilar" into Greek.
-
ακρωτηριάζω
ρήμακόβω τα ακραία μέρη, τα άκρα ενός σώματος
Juzgan a un policía que mutiló la mano a un joven con un disparo.
Δικάζουν έναν αστυνομικό που ακρωτηρίασε το χέρι ενός νεαρού άνδρα με έναν πυροβολισμό.
-
πετσοκόβω
ρήμακόβω κτ. σε κομμάτια μικρότερα απ ́ ό,τι πρέπει ή σε σημεία που δεν έπρεπε, με αποτέλεσμα να το αχρηστέψω
Los directores de la nueva versión mutilaron la película original.
Οι σκηνοθέτες του ριμέικ πετσόκοψαν την αρχική ταινία.
-
σακατεύω
ρήμαπροξενώ σε κπ. μόνιμη αναπηρία
El chimpancé perdió el control, atacó y mutiló a la hija de su dueña, quien la había mantenido como su mascota durante más de 17 años.
Ο χιμπατζής έχασε τον έλεγχο, επιτέθηκε και σακάτεψε την κόρη της ιδιοκτήτριας του, η οποία τον είχε ως κατοικίδιο για περισσότερα από 17 χρόνια.
-
στειρώνω
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "mutilar" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "mutilar" with translations into Greek
-
ανάπηρος