Translation of "pícaro" into Greek
πονηρός, κατεργάρης, βαγαπόντης are the top translations of "pícaro" into Greek.
Persona truculenta y engañosa; persona deshonesta.
-
πονηρός
επίθετο1. που προσανατολίζει και χρησιμοποιεί την όποια ικανότητα και ευφυΐα διαθέτει στο να κάνει σκέψεις και να επινοεί τρόπους (συχνά πλάγιους και ανορθόδοξους) ή τεχνάσματα που δεν περνούν από το μυαλό των άλλων, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του 2. που έχει χαρακτηριστικά του πονηρού
El pícaro comentario de Gonzalo Heredia tras enterarse que varios famosos cobran por sus saludos.
Το πονηρό σχόλιο του Gonzalo Heredia αφού έμαθε ότι αρκετές διασημότητες χρεώνουν για τους χαιρετισμούς τους.
-
κατεργάρης
επίθετο / ουσιαστικόχαρακτηρισμός ανθρώπου που με μικροαπάτες ή με διάφορα τεχνάσματα προσπαθεί να πετύχει κτ. || (συναισθ., πειραχτικά) αυτός που με έξυπνο, πονηρό αλλά και αφοπλιστικό τρόπο καταφέρνει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του
No, ministro Zevallos, usted no es un pícaro, es un sinvergüenza, que incluso no debería volver a las aulas universitarias, pues esa acción indica su carencia de ética.
Όχι, Υπουργέ Zevallos, δεν είστε κατεργάρης, είστε ένας ξεδιάντροπος, που δεν πρέπει καν να επιστρέψει στις αίθουσες πανεπιστημίων, γιατί αυτή η πράξη δείχνει την έλλειψη ηθικής σας.
-
βαγαπόντης
επίθετο / ουσιαστικό αρσενικό (-ης, -ισσα, -ικο)μπαγα(μ)πόντης - ο αλήτης. ο άνθρωπος του περιθωρίου 2. πρόσωπο που ζει με μικροαπάτες. μικροαπατεώνας 3. (σκωπτ.) ο πονηρός
Alberto sobre la inflación: "Hace falta poner en caja a los pícaros y especuladores".
Ο Alberto σχετικά με τον πληθωρισμό: «Είναι απαραίτητο να βάλουμε τους βαγαπόντηδες και τους κερδοσκόπους σε ένα κουτί».
-
Less frequent translations
- μασκαράς
- μπαγαπόντης
- πανούργος
- διαβολάκι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "pícaro" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate