Translation of "poblador" into Greek
άποικος, έποικος are the top translations of "poblador" into Greek.
poblador
noun
masculine
grammar
-
άποικος
noun masculine -
έποικος
ουσιαστικό αρσενικό, θηλυκόαυτός που έχει έρθει και εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από τη δική του, ιδιαίτερα σε μια προσπάθεια που οργανώνεται από ένα κράτος και αποσκοπεί στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μιας περιοχής
Hesíodo, Hecateo y Heródoto consideran los pelasgos como los primeros /pobladores/ de Grecia.
Ο Ησίοδος, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος θεωρούν τους Πελασγούς ως τους πρώτους /εποίκους/ της Ελλάδας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "poblador" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add