Translation of "presuponer" into Greek
προϋποθέτω, προκύπτει, συνεπάγεται are the top translations of "presuponer" into Greek.
-
προϋποθέτω
verbEsta acusación presupone que el ejercicio de la función bancaria constituye una actividad de servicio público en Italia.
Η κατηγορία αυτή προϋποθέτει ότι η άσκηση του τραπεζικού λειτουργήματος συνιστά, στην Ιταλία, δραστηριότητα δημόσιας υπηρεσίας .
-
προκύπτει
verbUn título específico será la «parte general» del presupuesto, que incluirá los «costes comunes en que se incurra para preparar o continuar las operaciones».
Ένας συγκεκριμένος τίτλος αποτελεί το «γενικό μέρος» του προϋπολογισμού και περιλαμβάνει τα «κοινά έξοδα που προκύπτουν για την προετοιμασία, ή κατόπιν, μιας επιχείρησης».
-
συνεπάγεται
verbAmbas circunstancias pueden plantear problemas para el presupuesto comunitario.
Και οι δύο εξελίξεις συνεπάγονται κινδύνους για τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
-
τεκμαίρεται
verbNo se define lo que se entiende por matrimonio, sino que solo se presupone.
H έννοια του γάμου δεν προσδιορίζεται αλλά τεκμαίρεται.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "presuponer" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "presuponer" with translations into Greek
-
Προϋπολογισμός που έχει εκχωρηθεί
-
σχέδιο προϋπολογισμού
-
προσχέδιο προϋπολογισμού ΕΚ
-
διορθωτικός προϋπολογισμός
-
απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού
-
έκτακτος προϋπολογισμός
-
συμπληρωματικός προϋπολογισμός
-
κρατικός προϋπολογισμός