Translation of "propio" into Greek

ίδιος, δικός, κατάλληλος are the top translations of "propio" into Greek.

propio adjective masculine grammar

Perteneciente a. [..]

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • ίδιος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -α, ο)

    εμφατικό κτητικής

    Mi propia madre cree que soy un perdedor.

    Η ίδια μου η μητέρα πιστεύει ότι είμαι ένας χαμένος.

  • δικός

    Pronoun

    που ανήκει σε κάποιον (εμφατική δήλωση)

    Cada cual tiene sus propios amigos.

    Ο καθένας έχει τους δικούς του φίλους.

  • κατάλληλος

    επίθετο

    για κπ. που έχει τα απαραίτητα προσόντα, ικανότητες ή ιδιότητες για κάποιο σκοπό

    Resulta muy acogedor, propio para el turismo individual.

    Είναι πολύ άνετο, κατάλληλο για ατομικό τουρισμό.

  • καθώς πρέπει

    έκφραση

    όπως πρέπει ,καθωσπρέπει, όπως επιβάλλουν οι κανόνες της καλής συμπεριφοράς

    Mi hijo es muy propio y muy amable.

    Ο γιος μου είναι πολύ καθώς πρέπει και πολύ ευγενικός.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "propio" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "propio" with translations into Greek

Add

Translations of "propio" into Greek in sentences, translation memory