Translation of "puto" into Greek

αδερφή, πούστης, γαμημένο are the top translations of "puto" into Greek.

puto adjective noun masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αδερφή

    noun feminine

    despectivo Hombre homosexual.

    Me llamó puto, me llamó maricón.

    Με είπε αδερφή, με είπε συκιά.

  • πούστης

    noun masculine

    Te digo que fue un accidente, ese puto trató de matarme.

    Σου λέω ήταν ατύχημα, αυτός ο πούστης προσπάθησε να με σκοτώσει.

  • γαμημένο

    adjective

    Un gran puto desastre que nosotros hemos creado.

    Ένα γαμημένο χάλι που δημιουργήσαμε από μόνοι μας.

  • Less frequent translations

    • αναθεματισμένος
    • κερατένιος
    • ζιγκολό
    • σκύλα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "puto" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "puto" with translations into Greek

  • αλήτης · κάθαρμα · καθίκι · καριόλης · λέχρίτης · μαλάκας · μπάσταρδος · παλιογαμιόλης · παλιοπαπάρας · πουτάνας γιε · πουτάνας γιός · τομάρι
  • μπορντέλο · μπουρδέλο · οίκος ανοχής · πορνείο
  • γαμάτος · τέλειος · φοβερός
  • καθόλου αστείο
  • νταβατζής
  • γαμώτο · ιερόδουλη · καριόλα · παλιογυναίκα · παλιογύναικο · παστρικιά · πουτάνα · πόρνη · σκατά · σκατά! · σκύλα · τσουλί · τσούλα
  • γαμώτο · ιερόδουλη · καριόλα · παλιογυναίκα · παλιογύναικο · παστρικιά · πουτάνα · πόρνη · σκατά · σκατά! · σκύλα · τσουλί · τσούλα
Add

Translations of "puto" into Greek in sentences, translation memory