Translation of "recatado" into Greek

επιφυλακτικός, συνεσταλμένος, συνετός are the top translations of "recatado" into Greek.

recatado adjective masculine grammar

Caracterizado por la timidez y la modestia.

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • επιφυλακτικός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    που χαρακτηρίζεται από επιφύλαξη, που δεν εκδηλώνει σκέψεις ή συναισθήματα και δεν προβαίνει σε ενέργειες με αμφίβολα αποτελέσματα ούτε αποφασίζει ή διακινδυνεύει κτ. εύκολα

    Tienes que ser recatado. ¿Quieres vencer a este hombre, hijo? Pues huye de él.

    Πρέπει να είσαι επιφυλακτικός. Θέλεις να νικήσεις αυτόν τον άντρα, γιε μου; Λοιπόν, ξέφυγέ του.

  • συνεσταλμένος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που δείχνει συστολή, που δεν έχει άνεση στις κινήσεις και στα λόγια του όταν βρίσκεται μπροστά σε κόσμο, που η συμπεριφορά και γενικά όλη η παρουσία του είναι συγκρατημένη εξαιτίας κάποιου συναισθήματος ντροπής και αμηχανίας ή σεβασμού προς μεγαλυτέρους ή ανωτέρους του

    Si el paciente es recatado, piense en un masaje de solo las manos y los pies.

    Εάν ο ασθενής είναι συνεσταλμένος, σκεφτείτε ένα μασάζ μόνο των χεριών και των ποδιών.

  • συνετός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    1. που ενεργεί πάντοτε ύστερα από ώριμη σκέψη, που δεν παρασύρεται από συναισθηματικές παρορμήσεις και που έχει πάντοτε ως γνώμονα τις κοινωνικά αποδεκτές αξίες· μυαλωμένος 2. που ταιριάζει σε ένα συνετό άνθρωπο

    Por ello, nuestro cliente ideal es aquel que valora cada detalle. Es un cliente recatado pero lleno de vida.

    Επομένως, ο ιδανικός πελάτης μας είναι αυτός που εκτιμά κάθε λεπτομέρεια. Είναι ένας συνετός αλλά γεμάτος ζωή πελάτης.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "recatado" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "recatado" with translations into Greek

  • ασυστόλως
  • επιφυλακτικότητα · σεμνότητα · συστολή · σωφροσύνη · σύνεση · φρόνηση
Add

Translations of "recatado" into Greek in sentences, translation memory