Translation of "sórdido" into Greek
άθλιος, αισχρός, βρόμικος are the top translations of "sórdido" into Greek.
-
άθλιος
επίθετο αρσενικό (-ος, -α, -ο)1. δυστυχισμένος 2. που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση, που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, σημαντικές ελλείψεις κτλ.
Encontremos un lugar barato y sórdido.
Ας βρούμε ένα φτηνό και άθλιο μέρος.
-
αισχρός
επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)ανήθικος, επαίσχυντος, πρόστυχος. Χυδαίος
Frazer, como muchos otros pensadores modernos, se lavaba las manos respecto de todos los actos sórdidos perpetrados por la religión.
Ο Φρέιζερ, όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοι στοχαστές, έπλενε τα χέρια του για όλες τις αισχρές πράξεις που διαπράττονται λόγω θρησκείας.
-
βρόμικος
επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)γεμάτος ακαθαρσία
Viejo, triste, cubierto de sórdidos harapos, un pobre hombre mendigaba.
Γέρος, λυπημένος, καλυμμένος με βρόμικα κουρέλια, ένας φτωχός άνθρωπος ζητιάνευε.
-
ρυπαρός
επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)1. βρόμικος, βρομιάρης, ακάθαρτος 2. (μεταφορικά) αισχρός, ανήθικος
Probablemente, si fueran pobres, si viera a su madrastra en todo su sufrimiento trabajando con ropa sórdida, empapada en sudor, descuidada, probablemente el riesgo sería menor.
Πιθανόν, αν ήσαν πτωχοί, αν έβλεπε την μητρυιάν του εν πάση ταλαιπωρία εργαζομένην με ρυπαρά ενδύματα, κάθιδρον, απεριποίητον, πιθανόν ο κίνδυνος να ήτο μικρότερος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sórdido" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate