Translation of "taimado" into Greek

πανούργος, πονηρός, ύπουλος are the top translations of "taimado" into Greek.

taimado adjective masculine grammar

Caracterizado por su habilidad para engañar. [..]

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • πανούργος

    επίθετο αρσενικό (-α -ο)

    που είναι ικανός να επινοεί οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα· πονηρός και δόλιος

    Está lidiando con hombres taimados, Senador.

    Έχετε να κάνετε με πανούργα άτομα, γερουσιαστή.

  • πονηρός

    επίθετο αρσενικό (-ή -ό)

    που προσανατολίζει και χρησιμοποιεί την όποια ικανότητα και ευφυΐα διαθέτει στο να κάνει σκέψεις και να επινοεί τρόπους (συχνά πλάγιους και ανορθόδοξους) ή τεχνάσματα που δεν περνούν από το μυαλό των άλλων, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του

    En especial, en contra de abogados taimados y sórdidos.

    Ιδιαίτερα εναντίον πονηρών και βρόμικων δικηγόρων.

  • ύπουλος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που φαίνεται φιλικός και καθησυχαστικός, αλλά στην πραγματικότητα έχει κακό σκοπό

    Es taimado y manipulador, y no puedes confiar en él.

    Είναι ύπουλος και χειριστικός και δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "taimado" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "taimado" into Greek in sentences, translation memory