Translation of "titubear" into Greek
αμφιταλαντεύομαι, διστάζω, κομπιάζω are the top translations of "titubear" into Greek.
persona que se siente insegura para decir o hacer alguna cosa
-
αμφιταλαντεύομαι
ρήμαδεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα σε δύο διαφορετικές επιλογές και να καταλήξω σε μια απόφαση
Pues Jesucristo, el Hijo de Dios, no titubea entre el «sí» y el «no».
Γιατί ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, δεν αμφιταλαντεύεται μεταξύ του «ναι» και του «όχι».
-
διστάζω
verbGandalf no titubea en sacrificar a sus allegados más cercanos a los que profesa amar.
Ο Γκάνταλφ δε διστάζει να θυσιάσει τους πιo κoντινoύς του αυτούς πoυ διακηρύσσει ότι αγαπά.
-
κομπιάζω
ρήμαδυσκολεύομαι να μιλήσω ή να κάνω ανάγνωση με συνεχή ροή λόγου ή εκφράζομαι κάνοντας παύσεις ή διακοπές, λόγω φυσικής αδυναμίας ή συναισθηματικής φόρτισης ή γιατί διστάζω να πω αυτό που θέλω
¡Y no puedes decir una palabra acerca de esto! Él le besó la mano. —Por favor, ¡ni una palabra! —Yo... —titubeó ella.
Και δεν μπορείς να πεις λέξη για αυτό! Της φίλησε το χέρι. «Σε παρακαλώ, ούτε λέξη!» «Εγώ…» κόμπιασε αυτή.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "titubear" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate