Translation of "trebejo" into Greek
εργαλείο, πιόνι, σαβούρα are the top translations of "trebejo" into Greek.
-
εργαλείο
ουσιαστικό ουδέτεροτο αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας
Cogió sus trebejos de fontanería y vino a arreglarnos el grifo.
Πήρε τα υδραυλικά του εργαλεία και ήρθε να μας φτιάξει τη βρύση.
-
πιόνι
ουσιαστικό ουδέτεροο στρατιώτης στο σκάκι και συνεκδοχικά καθένα από τα 32 κομμάτια του σκακιού
Domínguez irá con el hándicap de conducir trebejos negros, al tiempo que Mamedyarov gozará de piezas claras en su choque con el otrora prodigio Dubov.
Ο Domínguez θα πάει με το μειονέκτημα να παίζει τα μαύρα πιόνια, ενώ ο Mamedyarov θα έχει τα άσπρα πιόνια στη σύγκρουσή του με τον άλλοτε θαύμα Dubov.
-
σαβούρα
ουσιαστικό θηλυκό(μεταφορικά) κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν
Pero tal vez las fotografías más inquietantes no sean las del sitio del asesinato, sino las tarjetas de identificación halladas entre los montones de trebejos acumulados por el sospechoso.
Αλλά ίσως οι πιο ανησυχητικές φωτογραφίες δεν είναι αυτές του τόπου της δολοφονίας, αλλά οι ταυτότητες που βρέθηκαν ανάμεσα στους σωρούς από σαβούρα που συσσώρευε ο ύποπτος.
-
σκεύος
ουσιαστικό ουδέτεροκαθένα από τα διάφορα αντικείμενα για οικιακή ή άλλη χρήση (π.χ. μαγείρεμα)
Don Juan iba preguntando por los nombres de todos los utensilios y trebejos de la cocina.
Ο Δον Ζουάν ζητούσε τα ονόματα όλων των εργαλείων και των σκευών της κουζίνας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "trebejo" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate