Translation of "turco" into Greek

τουρκικά, Τούρκος, τούρκικος are the top translations of "turco" into Greek.

turco adjective noun masculine grammar

cualquier árabe o musulmán [..]

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • τουρκικά

    noun n-p

    Τουρκική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στην Τουρκία, την Κύπρο, καθώς και άλλα μέρη της τέως Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

    Se oponen a tal afirmación las inequívocas comprobaciones de las autoridades turcas.

    Ο ισχυρισμός αυτός ανατρέπεται από τις σαφείς διαπιστώσεις των τουρκικών αρχών.

  • Τούρκος

    noun masculine

    Debe haber algún malentendido, mi esposo era turco.

    Πρέπει να έχει γίνει κάποια παρεξήγηση, ο σύζυγος μου ήταν Τούρκος!

  • τούρκικος

    adjective masculine

    ¡ El formidable tabaco turco!

    Αυτός, ο καταραμένος τούρκικος καπνός θα κάνει τη δουλειά του.

  • Less frequent translations

    • τουρκικός
    • τούρκικα
    • Τουρκικά
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "turco" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "turco"

Phrases similar to "turco" with translations into Greek

  • Νήσοι Τερκς και Κάικος · Νήσοι Τερκς και Κέικος
  • Σημαία της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου
  • Τουρκική Βικιπαίδεια
  • ελληνικός καφές · κυπριακός καφές · τούρκικος καφές
  • Νεότουρκοι
  • ντιβάνι
  • Τουρκάλα · Τούρκισσα · Τούρκος · καυλί · παπάρα · παπάρι · πούλλος · πούλος · πούτσα · πούτσος · ψωλή
  • Νήσοι Τερκς και Κάικος · Νήσοι Τερκς και Κέικος · Νησιά Τουρκ και Κάικος · Τερκς και Κέικος
Add

Translations of "turco" into Greek in sentences, translation memory