Translation of "valido" into Greek
ευνοούμενος, πρωθυπουργός are the top translations of "valido" into Greek.
valido
adjective
noun
verb
masculine
grammar
-
ευνοούμενος
ουσ1. που έχει την εύνοια, την προστασία, την προνομιακή μεταχείριση ή την προτίμηση ανθρώπου ή ανθρώπων που διαθέτουν κάποια ισχύ 2. η ευνοουμένη, αρσ. ευνοούμενος, ερωμένη ή ερωμένος ηγεμόνα που ασκούσε επιρροή και σε θέματα που αφορούσαν τη διοίκηση του κράτους
-
πρωθυπουργός
noun(διορισμένος από τον βασιλιά)
El valido del rey tenía casi tanto poder como él.
Ο πρωθυπουργός του βασιλιά είχε σχεδόν τόσο μεγάλη δύναμη όσο αυτός.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "valido" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "valido" with translations into Greek
-
δεν αξίζει μία · είναι άχρηστος
-
επικυρώνω
-
καλύτερα να
-
το καλό που σου θέλω
-
εντάξει
-
Αυτή η φράση είναι ένα αξίωμα που δεν ισχύει μόνο τις ψύχωσεις αλλά για κάθε σημαινουσα αλυσίδα.
-
κάλλιο αργά παρά ποτέ
-
κάλλιο · καλύτερα να
Add example
Add