Translation of "aldizkako" into Greek
περιοδικός, διακεκομμένος, διαλείπων are the top translations of "aldizkako" into Greek.
aldizkako
-
περιοδικός
adjective masculineGaituak diren arduradunei bileraburu izatea egokituko zaie aldizka.
Οι πρεσβύτεροι με τα κατάλληλα προσόντα διορίζονται ως εισηγητές σε περιοδική βάση.
-
διακεκομμένος
masculine -
διαλείπων
masculine -
σποραδικός
masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "aldizkako" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "aldizkako" with translations into Greek
-
περίοδος προσαρμογής · πρακτική άσκηση προσαρμογής
-
αστυνομικό απόσπασμα
-
δίχρονος κινητήρας
-
επιστημονικό περιοδικό
-
προσωρινός οικισμός
-
περίοδος προσαρμογής · πρακτική άσκηση προσαρμογής
-
αδιαθεσία · αρρώστια · ασθένεια
-
μεταβατική ρύθμιση
Add example
Add