Translation of "amaitze" into Greek
εκκαθάριση is the translation of "amaitze" into Greek.
amaitze
-
εκκαθάριση
noun feminineAurtengo Garbiketa laster amaituko da.
Δεν έχει μείνει πολύς χρόνος στη φετινή Εκκαθάριση.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "amaitze" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "amaitze" with translations into Greek
-
αποτελείωμα · επίλογος · θάνατος · κατάληξη · λήξη · περάτωση · συμπέρασμα · συμπλήρωση · τέλος · τερματισμός · όριο
-
αποτελείωμα · επίλογος · θάνατος · κατάληξη · λήξη · περάτωση · συμπέρασμα · συμπλήρωση · τέλος · τερματισμός · όριο
-
λήξη (παύση) της εργασίας (απασχόλησης)
-
αποσύνδεση
-
κλείνω · ολοκληρώνω · παύω · σταματώ · τελειώνω
Add example
Add