Translation of "ekintzaile" into Greek
επιχειρηματίας is the translation of "ekintzaile" into Greek.
ekintzaile
-
επιχειρηματίας
noun masculineπρόσωπο που οργανώνει και λειτουργεί επιχείρηση, αναλαμβάνοντας τον οικονομικό κίνδυνο για τις δραστηριότητες αυτές
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ekintzaile" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "ekintzaile" with translations into Greek
-
διατηρώ δεσμό
-
ανταγωνίζομαι
-
ερώτημα ενεργειών
-
άρχομαι · ανοίγω · αρχίζω · βάζω μπρος · κινώ · ξεκινώ · πιάνω · πρωτοπορώ
-
παράνομη (άδικη) πράξη της κυβέρνησης
-
παράνομη (άδικη) πράξη
-
τα πηγαίνω καλά
-
απεργία · κινητοποίηση0
Add example
Add