Translation of "etengailu" into Greek
διακόπτης, Διακόπτης are the top translations of "etengailu" into Greek.
etengailu
-
διακόπτης
noun masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "etengailu" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Etengailu
-
Διακόπτης
κάθε ηλεκτρικό εξάρτημα που μεταβάλλει τη δυνατότητα διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος
Phrases similar to "etengailu" with translations into Greek
-
αίτηση διακοπής
-
σημείο διακοπής
-
διάρρηξη · διάσπαση · διακοπή · εξάρθρωση
-
ανάπαυλα · ασυνέχεια · διάλειμμα · διακοπή · παρέμβαση · παρεμβολή · παύση · στάση · σταμάτημα · στασιμότητα · φράξιμο
-
ανάπαυλα · ασυνέχεια · διάλειμμα · διάρρηξη · διάσπαση · διακοπή · διακόπτω · εμποδίζω · εξάρθρωση · παρέμβαση · παρεμβολή · παύση · παύω · στάση · σταμάτημα · σταματώ · τερματίζω πρόωρα · φράξιμο
Add example
Add