Translation of "ala" into Greek
κλάδος, τομέας, βιομηχανία are the top translations of "ala" into Greek.
Erityinen elämän osa-alue tai kulku.
-
κλάδος
noun masculineEnsinnäkin mahdollisten ostajien lukumäärä on alan korkean keskittymisasteen vuoksi hyvin rajallinen.
Αφενός ο αριθμός των πιθανών αγοραστών είναι πολύ περιορισμένος εξαιτίας της μεγάλης συγκέντρωσης στον κλάδο αυτό.
-
τομέας
noun masculineNäille on tehtävä jotakin, jotta ala voi hyödyntää kaikki mahdollisuutensa.
Αυτοί θα πρέπει να αρθούν για να μπορέσει ο τομέας να αξιοποιήσει όλο το δυναμικό του.
-
βιομηχανία
noun feminineTähän asti ala on kärsinyt markkinoiden hajanaisuudesta, ja niistä onkin tullut maittain tai jopa alueittain suuntautuneita.
Μέχρι στιγμής, η βιομηχανία υπέφερε από τον κατακερματισμό των αγορών που τις προσανατολίζει στο εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.
-
Less frequent translations
- περιοχή
- έκταση
- πεδίο
- φάσμα
- απασχόληση
- γραμμή
- δουλειά
- επάγγελμα
- επιχειρήσεις
- εργασία
- κλαδί
- σφαίρα
- επαγγελματική ομάδα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ala" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "ala"
Phrases similar to "ala" with translations into Greek
-
Αλέν Ντελόν
-
ομάδα παραγωγής ταινίας
-
Κάτω Βαυαρία
-
λογοτεχνία
-
ευτελής · κακής ποιότητας · παρακατιανός · ποταπός
-
πεδιάδα
-
επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικής
-
οικονομική σύγκλιση