Translation of "lanta" into Greek
κοπριά, λίπασμα, κόπρος are the top translations of "lanta" into Greek.
-
κοπριά
noun feminineHäkit, joista lanta putoaa niiden alla olevaan kouruun, jossa siitä muodostuu lietelantaa.
Κλωβοστοιχίες στις οποίες η κοπριά πέφτει σε βαθιά τάφρο κάτω από τους κλωβούς όπου δημιουργεί υδαρή κοπριά.
-
λίπασμα
noun neuterSe voi olla lannan ruiskuttaminen maan sisään mutta myös sitä edeltävä vaihe.
Μπορεί να επέρχεται κατά την έγχυση των λιπασμάτων εντός του εδάφους, αλλά επίσης προηγουμένως.
-
κόπρος
noun feminineTätä käsittelyä voidaan soveltaa lantaan, ruoansulatuskanavan sisältöön ja luokkaan 3 kuuluvaan ainekseen.
Γι’ αυτή τη διεργασία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κόπρος, περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος και υλικά της κατηγορίας 3.
-
Less frequent translations
- περίττωμα
- φυσικό λίπασμα
- λιπαίνω
- σβουνιά
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "lanta" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Κοπριά
Lannan levityksessä on käytettävä matalapäästöistä levitystekniikkaa.
Όταν διασπείρεται η κοπριά χρησιμοποιούνται τεχνικές που εξασφαλίζουν χαμηλές εκπομπές.
Images with "lanta"
Phrases similar to "lanta" with translations into Greek
-
οσφυϊκός
-
ΤΔ · τοπικό δίκτυο
-
γοφός · ισχίο · λαγόνα · λαγών · λεκάνη · οσφύς · πύελος
-
ανδράδελφος · γαμβρός · γαμπρός · γυναικάδελφος · κουνιάδος · μπατζανάκης
-
λίπασμα ζωικής προέλευσης
-
ημίρρευστη κοπριά
-
ζωική κοπριά ως καύσιμο