Translation of "ohjata" into Greek

παραπέμπω, κατευθύνω, πιλοτάρω are the top translations of "ohjata" into Greek.

ohjata verb grammar
+ Add

Finnish-Greek dictionary

  • παραπέμπω

    verb

    Hakijat ohjataan kääntymään viisumihakemuksen käsittelemisestä vastaavan jäsenvaltion puoleen.

    Οι αιτούντες παραπέμπονται στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για τη διεκπεραίωση της αίτησης.

  • κατευθύνω

    verb

    Valvomalla tutkimuksia hän voi ohjata sen pois itsestään ja tekee meistä kätyreitä.

    Επιβλέποντας την έρευνα, μπορεί να την κατευθύνει μακριά απ'αυτόν κάνοντας εμένα και τα παιδιά, τους κακούς της υπόθεσης.

  • πιλοτάρω

    verb

    Ohjaan alusta, kunnes nappaamme Flynnin.

    Θα πιλοτάρω το Ναυαγοσωστικό, και μια μέρα θα τον πιάσουμε τον Γκαρσία Φλιν.

  • Less frequent translations

    • διευθύνω
    • ελέγχω
    • καθοδηγώ
    • κυβερνώ
    • οδηγώ
    • πλοηγώ
    • στρέφω
    • άγω
    • εκπαιδεύω
    • σκηνοθετώ
    • συμβουλεύω
    • χειρίζομαι
    • ανακατευθύνω
    • δίνω οδηγίες
    • διδάσκω
    • επιβλέπω
    • καταρτίζω
    • κινώ
    • λειτουργώ
    • παρατάσσω
    • πετώ
    • πληροφορώ
    • προσφεύγω σε
    • σημαδεύω
    • σκοπεύω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "ohjata" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "ohjata" with translations into Greek

  • πολυεπίπεδο πρόγραμμα οδήγησης
  • πρόγραμμα οδήγησης προσαρμογέα δικτύου
  • πρόγραμμα οδήγησης που περιλαμβάνεται στη συσκευασία
  • οδηγ ός γραφικών
  • βοήθεια · γνώμονας · διεύθυνση · εντολή · καθοδήγηση · κανονισμός · κανόνας · κατατοπισμός · ντιρεκτίβα · οδηγία · οδηγίες · παραγγελία · συμβουλή
  • γενική διοικητική εντολή
  • πρόγραμμα οδήγησης αρχείου προέλευσης δεδομένων
  • κατευθύνω
Add

Translations of "ohjata" into Greek in sentences, translation memory