Translation of "pohje" into Greek

γάμπα, κνήμη, γαστροκνημία are the top translations of "pohje" into Greek.

pohje noun grammar
+ Add

Finnish-Greek dictionary

  • γάμπα

    noun feminine
  • κνήμη

    noun feminine

    jotka peittävät nilkan, mutta eivät pohjetta, ja joiden sisäpohjan mitta on:

    Που καλύπτουν τον αστράγαλο αλλά δεν καλύπτουν την κνήμη, με εσωτερικά πέλματα μήκους:

  • γαστροκνημία

    feminine
  • Less frequent translations

    • γαστροκνήμιο
    • κνήμη 2
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "pohje" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "pohje"

Phrases similar to "pohje" with translations into Greek

  • αύξηση των ακάθαρτων αποθέσεων (ακαθαρσιών)
  • βασικός
  • προσγειώνομαι
  • Βόρειος Στέφανος · Στέφανος Βόρειος
  • έδαφος · βάση · βαθούλωμα · βασική αρχή · βυθός · γούβα · δάπεδο · επιφάνεια ζωγραφικής · θεμέλιο · θεμελίωση · κάτω μέρος · κοίτη · κώλος · πάτος · πέλμα · πυθμένας · σόλα · υπέρεισμα · υποδομή · υπόβαθρο · υπόστρωμα
  • αποτελώ
  • από τα βάθη της καρδιάς · εκ βάθους καρδίας · φυλλοκάρδια
  • πράσινη βίβλος
Add

Translations of "pohje" into Greek in sentences, translation memory