Translation of "seurata" into Greek

ακολουθώ, διαδέχομαι, παρακολουθώ are the top translations of "seurata" into Greek.

seurata verb grammar
+ Add

Finnish-Greek dictionary

  • ακολουθώ

    verb

    Sinä otat puolet joukoista ja seuraat itään menijöitä.

    Πάρε τους μισούς κι ακολούθησε όσους πήγαν ανατολικά.

  • διαδέχομαι

    verb

    Olkoon lapsi poika, jotta hän voi seurata veljeäni valtaistuimelle.

    Εύχομαι το παιδί σου να είναι αγόρι, για να διαδεχθεί τον αδερφό μου στον θρόνο.

  • παρακολουθώ

    verb

    Komissio seuraa edelleen säännöllisesti ja tiiviisti meriliikenteen markkinaolosuhteita.

    Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί τακτικά και εκ του σύνεγγυς τις συνθήκες της αγοράς των θαλασσίων μεταφορών.

  • Less frequent translations

    • προκύπτω
    • συνοδεύω
    • επακολουθώ
    • παρακολούθηση
    • τηρώ
    • έλεγχος
    • έπομαι
    • έχω το νου μου
    • ακομπανιάρω
    • επιτηρώ
    • ιχνογραφώ
    • καταδιώκω
    • κομμάτι ήχου
    • κυνηγώ
    • παίρνω από πίσω
    • παρατηρώ
    • προκύπτει
    • σκιτσάρω
    • συμμορφώνομαι
    • συνεπάγεται
    • συνταξιδεύω
    • συντροφεύω
    • σχεδιάζω
    • τεκμαίρεται
    • υιοθετώ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "seurata" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "seurata" with translations into Greek

  • αδελφότητα · εταιρεία · θίασος · κοινότητα · οργάνωση · παρέα · συναναστροφή · συντροφιά · συντροφικότητα · σύλλογος · σύναξη
  • συναναστρέφομαι
  • προέρχομαι
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συντροφεύω
  • κυνηγάω · κυνηγώ
  • καταδιώκω · κυνηγώ
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συντροφεύω
  • Εταιρεία της Θούλης
Add

Translations of "seurata" into Greek in sentences, translation memory