Translation of "action" into Greek
δράση, πράξη, μετοχή are the top translations of "action" into Greek.
Opération par laquelle se produit un effet [..]
-
δράση
noun femininemouvement corporel volontaire et/ou intentionnel [..]
En conséquence, les autorités ont entrepris des actions substantielles pour résoudre les problèmes clés restants.
Κατά συνέπεια, οι αρχές ανέλαβαν ουσιαστική δράση για την αντιμετώπιση των υπόλοιπων βασικών θεμάτων.
-
πράξη
noun feminineOpération par laquelle se produit un effet
Ces externalités apparaissent lorsque les acteurs du marché n'internalisent pas l'intégralité du bénéfice de leurs actions.
Αυτές οι εξωγενείς επιδράσεις προκύπτουν όταν οι φορείς της αγοράς δεν εσωτερικεύουν πλήρως τα οφέλη των πράξεών τους.
-
μετοχή
noun feminineόρος της οικονομίας [..]
Walt, nos actions... ne remonteront pas avant que Patty ne se rétracte.
Γουόλτ, η μετοχή μας δε θα ανεβεί μέχρι η Πάτι... να ανακαλέσει τις δηλώσεις της.
-
Less frequent translations
- ενέργεια
- αγωγή
- κίνηση
- μηχανισμός
- υπόθεση
- Μετοχή
- πάμε
- διεργασία
- Εκκρεμής εργασία
- ανθρώπινη ενέργεια
- δικαστική αγωγή
- κοινή χρήση
- μηχανισμός δράσης
- πρόταση νόμου
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "action" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "action"
Phrases similar to "action" with translations into Greek
-
Περισσότερες δυνατότητες
-
απεργία · κινητοποίηση0
-
ανθρώπινη δραστηριότητα · δραστηριότητα του ανθρώπου
-
ερώτημα ενεργειών
-
αρχείο καταγραφής ενεργειών
-
επαγγελματική δραστηριότητα
-
αγωγή ποινικού δικαίου
-
Ενέργειες