Translation of "avoir" into Greek
έχω, διαθέτω, περιουσία are the top translations of "avoir" into Greek.
avoir
verb
noun
masculine
grammar
Posséder [..]
-
έχω
verbPosséder.
Ma sœur a deux fils, donc j'ai deux neveux.
Η αδερφή μου έχει δύο γιούς, επομένως εγώ έχω δύο ανιψιούς.
-
διαθέτω
verbCela représente, notamment pour les petits entrepreneurs ayant plusieurs véhicules d'entreprise, des frais supplémentaires considérables.
Αυτό συνεπάγεται μεγάλη δαπάνη, ιδίως για μικρο-επιχειρηματίες που διαθέτουν περισσότερα επαγγελματικά αυτοκίνητα.
-
περιουσία
noun feminineTu pourrais avoir du succès avec moi, on serait associés.
Νομίζω πως θα ήσουν επιτυχημένος μαζί μου, κάποιος με περιουσία από το μηδέν.
-
Less frequent translations
- είμαι
- κάνω
- δίνω
- λαμβάνω
- παίρνω
- βρίσκω
- κατέχω
- βγάζω
- παράγω
- παλαιός
- κράτηση
- υπάρχοντα
- τείνω
- διατήρηση
- κουβαλάω
- κομίζω
- αγαθά
- αποκτώ
- περνώ
- καταφέρνω
- επιτυγχάνω
- εμφανίζω
- παθαίνω
- εξασφαλίζω
- αποδέχομαι
- ενεργητικό
- προλαβαίνω
- ιδιοκτησία
- ηλικιωμένος
- γαμώ
- φέρνω
- κουβαλώ
- κοιμάμαι
- αρρωσταίνω
- χρυσοχέρης
- ρέπω
- υπερισχύω
- εξαπατώ
- νοσώ
- συνευρίσκομαι
- συνουσιάζομαι
- πηδώ
- ενσαρκώνω
- έχω σεξουαλική επαφή
- κάνω έρωτα
- μέσα
- περιουσιακό στοιχείο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "avoir" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "avoir" with translations into Greek
-
και δη · κατά μείζονα λόγο
-
A priori και a posteriori γνώση
-
άσος · άσσος · έχω · αστέρι · κάνω με κλειστά μάτια
-
αετός · βραδύπους
-
Ε.Π.Α.
-
Ε
Add example
Add