Translation of "concentration" into Greek
συγκέντρωση, συμπύκνωση, εμπλουτισμός are the top translations of "concentration" into Greek.
-
συγκέντρωση
noun feminineόρος της χημείας [..]
Ces jeunes gars...Où puisent- ils leur énergie, leur concentration?
Αυτοί οι νεαροί τύποι... που τη βρίσκουν τόση ενέργεια, τόση συγκέντρωση?
-
συμπύκνωση
nounPeuvent être indiqués dans la liste en fonction de leur importance pondérale avant concentration ou déshydratation.
Μπορούν να απαριθμούνται κατά σειρά βάρους, όπως καταγράφεται πριν από τη συμπύκνωση ή την αφυδάτωσή τους.
-
εμπλουτισμός
nounCaractérisation et classification des matériaux secondaires et séparation et concentration physiques2
Χαρακτηρισμός και ταξινόμηση των δευτερογενών υλικών και διαχωρισμός και εμπλουτισμός με φυσικές μεθόδους2
-
Less frequent translations
- εστίαση
- αυτοσυγκέντρωση
- απορρόφηση
- Εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "concentration" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "concentration" with translations into Greek
-
συγκέντρωση του πληθυσμού
-
συγκέντρωση θείου
-
βιομηχανική συγκέντρωση
-
μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση
-
στρατόπεδο συγκέντρωσης · στρατόπεδο συγκεντρώσεως
-
συγκέντρωση οικισμών
-
συγκέντρωση ρύπων