Translation of "conduite" into Greek
συμπεριφορά, οδήγηση, διαγωγή are the top translations of "conduite" into Greek.
conduite
noun
feminine
grammar
Portion d'une cheminée qui s'élève au dessus d'un toit. [..]
-
συμπεριφορά
noun feminineLe fonctionnaire est cohérent dans sa propre conduite administrative ainsi qu'avec l'action administrative de l'Office.
Ο υπάλληλος είναι συνεπής όσον αφορά την υπηρεσιακή συμπεριφορά του καθώς και τις διοικητικές ενέργειες του Γραφείου.
-
οδήγηση
nounC'est trop tôt pour conduire, encore plus pour courir.
Είναι νωρίς για οδήγηση, πόσο δε μάλλον για τρέξιμο.
-
διαγωγή
noun feminineDe telles interrogations portent sur la personnalité et la conduite.
Τα ζητήματα που θίγονται παραπάνω αφορούν την προσωπικότητα και τη διαγωγή.
-
Less frequent translations
- φέρσιμο
- θημωνιά
- διαχείριση
- φρέαρ υψικαμίνου
- στοίβα
- σωρός
- άγω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "conduite" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "conduite" with translations into Greek
-
διαχείρηση, διεύθυνση · συμπεριφορά
-
μαθήματα οδήγησης
-
πατάω τέρμα το γκάζι
-
άγω · αποκρούω · απωθώ · διεξάγω · είμαι επικεφαλής · εκπέμπω · εξαναγκάζω · εξωθώ · ηγούμαι · καθοδηγώ · κατευθύνω · κινώ · οδηγώ · πάω · παίρνω · παρασύρω · περνώ · πηγαίνω · προηγούμαι · προπορεύομαι · σοφάρω · συγκεντρώνω · συμπεριφέρομαι · ωθώ
-
διεξαγωγή συνεδρίασης
-
δακρυϊκός σωλήνας
-
ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης
-
Φωτοσωλήνες
Add example
Add