Translation of "cru" into Greek
ωμός, ακατέργαστος, άψητος are the top translations of "cru" into Greek.
cru
adjective
noun
verb
masculine
grammar
non cuit [..]
-
ωμός
adjective masculineLa dolomie crue est un carbonate double naturel de calcium et de magnésium.
Ο ωμός δολομίτης είναι φυσικό διπλό ανθρακικό άλας του ασβεστίου και του μαγνησίου.
-
ακατέργαστος
adjective masculine -
άψητος
adjective masculine
-
Less frequent translations
- αμαγείρευτος
- ανεπεξέργαστος
- άγουρος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "cru" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "cru" with translations into Greek
-
απορροή πλημύρας
-
κατακλυσμός · πλημμύρα · πλημυρίδα · πλημύρα
-
νομίζω ότι
-
άθρησκος · άπιστος
-
ευλαβής · οπαδός · πιστός
-
έχω · εικάζω · εκλαμβάνω · επιδέχομαι · επιτρέπω · θέλω · θεωρήσει · νομίζω · ομολογώ · παραδέχομαι · παραδίδω · παραχωρώ · πιστεύω · υποθέτω · φαντάζομαι · χωράω
-
νωπό γάλα
-
δεξαμενή περιορισμού αιχμής πλημυρών
Add example
Add