Translation of "dormir" into Greek
κοιμάμαι, ύπνος, μισοκοιμάμαι are the top translations of "dormir" into Greek.
dormir
verb
grammar
Se reposer dans un état inconscient [..]
-
κοιμάμαι
verbΞεκουράζομαι περιοδικά σε μια κατάσταση χαμηλής συνείδησης και ελαττωμένου μεταβολισμού. [..]
Je dors dans ma chambre.
Κοιμάμαι στο δωμάτιό μου.
-
ύπνος
noun masculineC'est dur de dormir en sachant Jacob dehors avec ce cinglé.
Είναι δύσκολο να σε πάρει ο ύπνος ξέροντας ότι ο Τζέικομπ είναι εκεί έξω μ'έναν τρελό.
-
μισοκοιμάμαι
verbLe soir, tard, dans mon lit, quand je ne dors pas, ou que je suis déprimée...
Αργά τη νύχτα, όταν είμαι στο κρεβάτι ή μισοκοιμάμαι, ή όταν νιώθω λίγη μελαγχολία.
-
κοιμούμαι
Verb verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "dormir" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "dormir"
Phrases similar to "dormir" with translations into Greek
-
Ωραία Κοιμωμένη
-
τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι · τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι
-
κρεβατομουρμούρα
-
ξαγρυπνώ
-
η ωραία κοιμωμένη
-
νυσταγμένος
-
αδρανής · κοιμισμένος · κοιμώμενος
-
εφεξής
Add example
Add