Translation of "foncier" into Greek
βασικός, γεωργικός are the top translations of "foncier" into Greek.
foncier
adjective
noun
masculine
grammar
-
βασικός
adjective -
γεωργικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "foncier" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "foncier" with translations into Greek
-
έγγειος κινητικότητα
-
περιοχή παρέμβασης στο πλαίσιο της διαχείρισης γαιών
-
κτηματική αγορά
-
φορέας γεωργικής χωροταξίας
-
έγγειος γεωργική ιδιοκτησία · αγροτεμάχιο
-
εδαφομεταρρύθμιση
-
χωροταξικό καθεστώς
-
έγγειος ιδιοκτησία
Add example
Add