Translation of "joue" into Greek
μάγουλο, βούκκα, αναίδεια are the top translations of "joue" into Greek.
joue
noun
verb
feminine
grammar
partie du visage [..]
-
μάγουλο
noun neuterPartie du visage [..]
Pam Hodges s'était récemment fait poser des implants dans les joues.
Pam Hodges πρόσφατα είχε εμφυτεύματα μάγουλο που in
-
βούκκα
-
αναίδεια
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "joue" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "joue"
Phrases similar to "joue" with translations into Greek
-
Παίζω · αντιμετωπίζω · βάζω στοίχημα · δίνω παράσταση · δράμα · εν λευκώ · καμώνομαι · λειτουργώ · λειτουργώ σαν · πάω στοίχημα · παίζομαι · παίζω · παίκτης · παίχτης · παιχνίδι · προσποιούμαι · στοιχηματίζω · υποδύομαι · χρησιμοποίηση · χωρίς περιορισμό
-
γίνομαι κομμάτια · γίνομαι χίλια κομμάτια
-
[[:el:Ασημένιος βούκερος
-
παίζω με ανοιχτά χαρτιά
-
ζάρι · πεθαίνω · υποφέρω · χαλώ
-
εύγε · μπράβο
-
Τράπουλα · κάρτα · τράπουλα · τραπουλόχαρτο
-
κάρτα
Add example
Add