Translation of "jugement" into Greek

κρίση, απόφαση, δίκη are the top translations of "jugement" into Greek.

jugement noun masculine grammar

(pouvoir de) distinction [..]

+ Add

French-Greek dictionary

  • κρίση

    noun feminine

    απόφαση, επιλογή

    Ne jamais laisser une rancune personnelle troubler votre jugement, aussi considérable, cette rancune puisse être.

    Δεν πρέπει να αφήνεις ποτέ ένα άχτι να σου θολώνει την κρίση, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό.

  • απόφαση

    noun feminine

    C’est pourquoi je ne crois pas que le jugement entrepris doive être annulé.

    Επομένως, εκτιμώ ότι δεν θα πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

  • δίκη

    noun feminine

    Le Conseil n’a pas discuté des conditions du jugement.

    Το Συμβούλιο δεν συζήτησε τις συνθήκες της δίκης.

  • Less frequent translations

    • καταδίκη
    • οξυδέρκεια
    • βούλευμα
    • δοκιμασία
    • αντίληψη
    • αποτίμηση
    • διορατικότητα
    • απόφαση δικαστηρίου
    • καταδικαστική απόφαση
    • περίοδος φυλάκισης
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "jugement" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "jugement" with translations into Greek

  • εκτέλεση της απόφασης
  • Δευτέρα Παρουσία · μέλλουσα κρίση
  • Ημέρα της Κρίσεως · ημέρα της κρίσης
  • Ημέρα της Κρίσεως
  • Δευτέρα Παρουσία · Ημέρα της Κρίσεως · ημέρα της κρίσης · κρίση · μέλλουσα κρίση
  • Δευτέρα Παρουσία · μέλλουσα κρίση
  • Δευτέρα Παρουσία · ημέρα της Kρίσεως
  • Δευτέρα Παρουσία · Ημέρα της Κρίσεως · ημέρα της κρίσης · κρίση · μέλλουσα κρίση
Add

Translations of "jugement" into Greek in sentences, translation memory