Translation of "raison" into Greek
λόγος, αιτία, αίτιο are the top translations of "raison" into Greek.
Capacité à penser de manière rationelle. [..]
-
λόγος
noun masculineaucun retour d'invendus, sauf pour des raisons spécifiques et convenues dans les termes du contrat,
καμία επιστροφή απώλητων αγαθών, εκτός και αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι οι οποίοι συμφωνήθηκαν με συγκεκριμένους όρους στη σύμβαση·
-
αιτία
noun feminineLes violences conjugales sont une des raisons principales de rupture du lien familial.
Η συζυγική βία αποτελεί την κυριότερη αιτία ρήξης του οικογενειακού δεσμού.
-
αίτιο
nounLes raisons de cette crise se sont développées des années durant avant d'apparaître au grand jour.
Τα αίτια της κρίσης συσσωρεύονταν επί σειρά ετών προτού καταστούν ορατά.
-
Less frequent translations
- μυαλό
- νους
- λογική
- δίκιο
- σκοπός
- δικαιολογία
- έδαφος
- διάνοια
- νόηση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "raison" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "raison" with translations into Greek
-
γιατί · διότι · επειδή
-
εταιρική επωνυμία · νόμιμη επωνυμία
-
αιτιολογία κατάστασης
-
δεδομένου ότι · εξαιτίας · λαμβανομένου υπόψη ότι · λόγω
-
δικαίως,ορθώς
-
αφού · γιατί · διότι · επειδή
-
εικός