Translation of "remplissant" into Greek
γεμίζοντας is the translation of "remplissant" into Greek.
remplissant
verb
-
γεμίζοντας
Les remettre en suspension en remplissant les béchers d'eau.
Δημιουργείται εναιώρημα με το κάθε υπόλειμμα γεμίζοντας τα ποτήρια ζέσεως με νερό.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "remplissant" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "remplissant" with translations into Greek
-
αμελώ · βάζω · γεμίζω · γεμίσει · διορίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · εναρμονίζομαι · παραλείπω · παραμελώ · πειθαρχώ · πληρώ · πραγματώνω · συμπλήρωση · συμπληρώνω · φουσκώνω
-
αμελώ · βάζω · γεμίζω · γεμίσει · διορίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · εναρμονίζομαι · παραλείπω · παραμελώ · πειθαρχώ · πληρώ · πραγματώνω · συμπλήρωση · συμπληρώνω · φουσκώνω
Add example
Add