Translation of "reprise" into Greek

ρεπρίζ, ανάκτηση, συνέχιση are the top translations of "reprise" into Greek.

reprise noun particle feminine grammar

rétablissement (d’une maladie) [..]

+ Add

French-Greek dictionary

  • ρεπρίζ

    noun
  • ανάκτηση

    noun

    La reprise de la croissance et des importations liées aux investissements ont provoqué un accroissement considérable des importations.

    Η ανάκτηση της ανάπτυξης και των εισαγωγών που σχετίζονται με τις επενδύσεις οδήγησαν σε σημαντικές εισαγωγές.

  • συνέχιση

    noun

    Si nécessaire, une reprise du traitement contre l hépatite B pourra s imposer

    Εάν χρειάζεται, μπορεί να δικαιολογείται η συνέχιση της θεραπείας για ηπατίτιδα B

  • Less frequent translations

    • διασκευή
    • εξακολούθηση
    • επανεύρεση
    • βιογραφικό σημείωμα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "reprise" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "reprise" with translations into Greek

  • Διακοπή αναμονής · Συνέχιση
  • καρικώνω · μαντάρω · μπαλώνω
  • δικαίωμα αναλήψεως του μισθίου
  • οικονομική ανάκαμψη
  • ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · αναλαμβάνω · αποζημιώνω · αποπαίρνω · βάζω τις φωνές · βιογραφικό σημείωμα · δαμάζω · διασκευάζω · επανακτώ · επαναλαμβάνω · επευφημώ · επιπλήττω · επιτιμώ · κατσαδιάζω · μέμφομαι · μαλώνω · ξαναβρίσκω · ξαναπαίρνω · ξαναρχίζω · παροτρύνω · περικλείω · περιλαμβάνω · συμπεριλαμβάνω · συνοψίζω · τιθασεύω
  • ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · αναλαμβάνω · αποζημιώνω · αποπαίρνω · βάζω τις φωνές · βιογραφικό σημείωμα · δαμάζω · διασκευάζω · επανακτώ · επαναλαμβάνω · επευφημώ · επιπλήττω · επιτιμώ · κατσαδιάζω · μέμφομαι · μαλώνω · ξαναβρίσκω · ξαναπαίρνω · ξαναρχίζω · παροτρύνω · περικλείω · περιλαμβάνω · συμπεριλαμβάνω · συνοψίζω · τιθασεύω
  • οικονομική ανάκαμψη
  • ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · αναλαμβάνω · αποζημιώνω · αποπαίρνω · βάζω τις φωνές · βιογραφικό σημείωμα · δαμάζω · διασκευάζω · επανακτώ · επαναλαμβάνω · επευφημώ · επιπλήττω · επιτιμώ · κατσαδιάζω · μέμφομαι · μαλώνω · ξαναβρίσκω · ξαναπαίρνω · ξαναρχίζω · παροτρύνω · περικλείω · περιλαμβάνω · συμπεριλαμβάνω · συνοψίζω · τιθασεύω
Add

Translations of "reprise" into Greek in sentences, translation memory