Translation of "trait" into Greek
χαρακτηριστικό, γνώρισμα, γραμμή are the top translations of "trait" into Greek.
trait
noun
verb
masculine
grammar
Ligne tracée pour former un dessin. [..]
-
χαρακτηριστικό
noun neuterArracher la dent de quelqu'un n'est certainement pas un bon trait de caractère.
Να τραβάς τα δόντια κάποιου, σίγουρα δεν είναι καλό χαρακτηριστικό.
-
γνώρισμα
nounVous n'auriez jamais imaginé que ce trait de caractère s'avérerait utile.
Σίγουρα ποτέ δεν πίστευες ότι αυτό το γνώρισμα θα σου ήταν χρήσιμο.
-
γραμμή
noun feminineSur la fiole conique précédente, indiquer par un trait repère le volume du distillat.
Στην ανωτέρω κωνική φιάλη σημειώνεται με μια γραμμή ο όγκος του αποστάγματος.
-
Less frequent translations
- παύλα
- ιδιότητα
- μακρόν
- θωπεία
- χάιδεμα
- σπεύδω
- χαρακτηριστικό γνώρισμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "trait" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "trait" with translations into Greek
-
χαρακτηριστικό
-
μολυβιά
-
ζώο γαλακτοπαραγωγής · υποζύγιο
-
αμέλγω · αρμέγω · αφηγούμαι · γάλα · διηγούμαι · εκθέτω · εξιστορώ · περιγράφω
-
άρμεγμα · δουλεμπόριο · συναλλαγματική
-
Χαρακτηριστικό προσώπου
-
αμελκτική μηχανή · μηχανή για άρμεγμα
-
πινελιά
Add example
Add