Translation of "identitet" into Greek
ταυτότητα, οντότητα, ταυτοσημία are the top translations of "identitet" into Greek.
identitet
-
ταυτότητα
noun feminineDat ću Vam nove kreditne kartice, novu putovnicu i novi identitet.
Λοιπόν, θα σου ετοιμάσω νέα πιστωτική κάρτα, διαβατήριο και ταυτότητα.
-
οντότητα
nounNaime, identitet tog subjekta ne može se svesti na djelatnost koju obavlja.
Πράγματι, μια τέτοια οντότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικώς με τη δραστηριότητα που ασκεί.
-
ταυτοσημία
nounU starom pravilu o prestanku prava na prijenos gubitaka naglasak je bio na gospodarskom identitetu stečenog poduzetnika.
Βάσει του προϊσχύσαντος κανόνα κατά τον οποίο οι ζημίες καθίσταντο άνευ αξίας, δινόταν έμφαση στην οικονομική ταυτοσημία της εξαγορασθείσας επιχειρήσεως.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "identitet" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "identitet" with translations into Greek
-
πολιτιστική ταυτότητα
-
οντότητα · προσωπική ταυτότητα
-
σεξουαλική ταυτότητα
-
χώρος αποθήκευσης ταυτοτήτων
-
ηλεκτρονικό "ψάρεμα"
-
ταυτότητα φύλου
-
Φίλτρο ηλεκτρονικού "ψαρέματος"
-
επίπεδο εμπιστοσύνης ηλεκτρονικού "ψαρέματος"
Add example
Add