Translation of "rob" into Greek
δούλος, σκλάβος, αιχμάλωτος are the top translations of "rob" into Greek.
rob
-
δούλος
noun masculineOnaj koji je pod kontrolom drugoga je rob!
Όταν ένα πρόσωπο είναι ελεγχόμενο από κάποιον άλλο που είναι αφεντικό, είναι δούλος.
-
σκλάβος
noun masculineStoga sam riješio da neću opet biti rob.
Οπότε το αποφάσισα, δεν θα ξαναγίνω ποτέ σκλάβος.
-
αιχμάλωτος
noun masculine -
δουλοπάροικος
noun masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "rob" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "rob"
Phrases similar to "rob" with translations into Greek
-
μεταλλικά είδη οικιακής χρήσεως
-
καταναλωτικά αγαθά
-
μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων
-
αγορά · εμπόρευμα · ψώνιο
-
ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
-
ελεύθερη κυκλοφορία
-
πλεκτοβιομηχανία
-
μεταφορά εμπορευμάτων
Add example
Add